Το δικοκκο σιτάρι  αποτελεί το αρχαιότερο ίσως δημητριακό και βασικό συστατικό της διατροφής των προγόνων μας με αδιαμφισβήτητη θρεπτική αξία, δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι η ετυμολογία της λέξης “ζείδωρος”, δηλαδή αυτός που δωρίζει ζωή, προέρχεται από το εν λόγω δημητριακό.

Η επιστημονική ονομασία της Ζέας είναι «Triticum dicoccum» κι εξωτερικά μοιάζει πολύ με το σιτάρι, έχει όμως διαφορετική θρεπτική σύσταση. Συχνά αναφέρεται ως Ζειά, βρίζα, όλυρα και Emmer, δεν πρέπει να συγχέεται όμως με το ασπροσίτι, δηλαδή το γερμανικό Dinkel ή τη σίκαλη.
Το δίκοκκο σιτάρι είναι εξαιρετικά θρεπτικό και περιέχει σημαντικά διατροφικά στοιχεία, χάρη στα οποία υπερέχει έναντι των άλλων δημητριακών. Ειδικότερα, το δίκοκκο σιτάρι έχει διπλάσια περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, καθιστώντας τη καλή επιλογή για άτομα που πάσχουν από διαβήτη.
Επιπρόσθετα, έχει διπλάσια ποσότητα πρωτεϊνών και υψηλή περιεκτικότητα του αμινοξέος λυσίνη και βιταμινών A, B, C και Ε. Η λυσίνη είναι το συστατικό των πρωτεϊνών που αυξάνει την πεπτικότητα τους, ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα και αποτελεί το βασικό στοιχείο για την ομαλή βιοχημική λειτουργία του εγκεφάλου.
Ένα ακόμη βασικό πλεονέκτημα του σιταριού αυτού είναι η υψηλή περιεκτικότητά της σε μαγνήσιο, καθώς περιέχει έως και 40% περισσότερο από τα υπόλοιπα δημητριακά. Παράλληλα, το δίκοκκο σιτάρι έχει πολύ χαμηλή περιεκτικότητα γλουτένης, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα εύπεπτη.
Η καλλιέργειά του δίκοκκου σιταριού φαίνεται να πηγαίνει πίσω στο παρελθόν για περισσότερες από 12 χιλιετίες, όπως προέκυψε από ανασκαφές προϊστορικών οικισμών σε όλο τον ελλαδικό χώρο, ενώ σύμφωνα με ιστορικά κείμενα, ο Μέγας Αλέξανδρος σίτιζε τους στρατιώτες του με το σιτάρι αυτό, προκειμένου να είναι δυνατοί και υγιείς. Μάλιστα, η παραγωγή του δημητριακού ήταν τόσο διαδεδομένη στην αρχαιότητα, ώστε ενδεχομένως ο Λιμένας Ζέας να πήρε το όνομα του από το ομώνυμο δημητριακό, λόγω της αυξημένης διακίνησης και των σχετικών συναλλαγών που πραγματοποιούνταν εκεί.
Μέχρι πριν από εκατό περίπου χρόνια το δίκοκκο σιτάρι ήταν ένα από τα δημοφιλέστερα δημητριακά στην Ελλάδα. Με το πέρασμα των χρόνων όμως φαίνεται πως επικράτησαν οικονομικά αποδοτικότερες καλλιέργειες δημητριακών, όπως το ρύζι ή το σιτάρι.
Οι πιο συνηθισμένες μορφές στις οποίες το σιτάρι διατίθεται στο εμπόριο είναι το αναποφλοίωτο αλεύρι, καθώς επίσης και τα ζυμαρικά από το αλεύρι του, όπως κριθαράκι, κουσκούς, κοντό μακαρονάκι, σελινάκι, πένες, ταλιατέλες και κοχύλι.
Είναι πολύ νόστιμα, υψηλής θρεπτικής αξίας και κατάλληλα για κάθε ελληνικό πιάτο, ενώ δε «λασπώνουν» με όποιο τρόπο και αν χρησιμοποιηθούν.